Tuesday, April 6, 2010

ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΣ ΚΡΑΤΟΥΣ - ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ - ΕΞΟΥΣΙΑΣ

όταν

θα σταματήσει να αποτελεί είδηση στα κωλοκάναλα η "βαθειά κατάνυξη και η
ταπεινότητα" , με την οποία παρακολούθησαν την αναστάσιμη λειτουργία, στο τάδε κωλονήσι ο πρωθυπουργός , οι υπουργοί , οι πολιτικοί αρχηγοί και οι οικογένειές τους (όλοι αυτοί , που κατά τα άλλα ευαγγελίζονται , με θρησκευτικού τύπου φανατισμό τον διαχωρισμό κράτους και εκκλησίας)

ενώ βομβαρδιζόμαστε με πρωτοφανή αντιλαϊκά και αντιαναπτυξιακά μέτρα

ίσως θα έχουμε κάνει την αρχή ...

προς το παρόν κράτος και εκκλησία φαίνεται να συνεργάζονται θαυμάσια , με στόχο έναν αποτελεσματικότερο μηχανισμό ελέγχου και καταστολής αυτού που αυτοί θεωρούν "μάζα" δηλ. του λαού ...

Sunday, January 20, 2008

χμμμμ! "αντισταθείτε"

το ΓΑΪΔΟΥΡΙ (ΘΥΣΙΑ)- Κ. Βάρναλης

Το μυτερό σου το σκουφί,
Μίδ' απ' την άτριχη κορφή
πέτα κάτω
και φέρε απ' το χλωρό τ' αχούρι
το διχρονίτικο γαϊδούρι
το βαρβάτο!

Που λάμπ' η πέτσα του γιαλί
και κανείς δεν το καβαλλεί
και τη νιότη
την απερνάει στα πισινά του
ολόρθο, κ' είναι τ' αχαμνά του
όλο αξιότη!

Φέρτο στη μέση τ' αλωνιού
και στο ριζό του πλατανιού
ρίχτο χάμου,
είνα' η σειρά του να δοξάσει
τους γόνιμους θεούς, να πιάσ' η
προσφορά του!

'Πόψε παντρεύομαι, γι' αυτό
σου άξιζε τέτιο ένα σφαχτό
κοτσονάτο,
εσένα, Πρίαπε, ασκημομούρη,
πούσαι κι' εσύ σαν το γαϊδούρι,
το βαρβάτο!

Το "Αντισταθείτε" ειναι ενα παιχνιδακι που το ξεκινησε η Εαρινή Συμφωνία. Με προσκαλεσαν η rodia και η dianathenes


τωρα εγω ποιον να προσκαλεσω ? θα μπορουσα να εχω επιλεξει και κατι προφανεστερα αντιστασιακο του αγαπητου κοντοπατριωτη μου αλλα θεωρω οτι και μονο η αναφορα του ονοματος του κανει δουλεια ...και παλι στην αρχη ...και τωρα εγω ποιον να προσκαλεσω ?

πεντε λεει ! σιγα ρε μαστορα μη βαλουμε και υποψηφιοτητα για βουλευτες ....δυο μπορω να σκεφτω κι αυτοι μπορει να με διαολοστειλουν ...ασε που ειμαι σιγουρος οτι θα τους εχουν καλεσει αλλοι δεκαπεντε....τελος παντων καλω τον

deuced


και την
paperflowers

και οπως τα βλεπω τα πραγματα μαλλον εμαθα να βαζω λινκ ...γιουκ γιουκ!

εξηγω ομως οτι θα εβλεπα λογικο να αντιστεκομουνα και στο "αντισταθειτε" ...οταν ομως
με προσκαλλουν δυο φιλες να παει να γαμηθει και η αντισταση μου στο "αντισταθειτε"...ειναι μεγαλυτερη αντισταση να παιζεις με τους φιλους παρα να λες οτι αντισταθηκες στο "αντισταθειτε"

άϊντε

Tuesday, December 18, 2007

ΤΕΡΑΤΑ

"φαντάσου ένα τσούρμο γκαυλωμένους πεθαμένους πορνόγερους να σε χαϊδεύουν" έλεγε η πάνκισα με το έξαλλο ξανθό μαλλί και τις παραμάνες στη ρώγα και στη μύτη, ξαπλωμένη πάνω σ' ένα τάφο... ... ... μαντέψτε...η επιθυμία της έγινε πραγματικότητα πολύ πολύ γρήγορα... την ώρα που τα έλεγε αυτά, ο δικός της, που μόλις πριν μια στιγμή την κοίταζε ολο εκσταση και πόθο, γκούρλωσε τα μάτια του και άρχισε να ουρλιάζει... ένα σκελετωμένο χέρι, με σάπια υπολείμματα σάρκας και σαραβαλιασμένους τένοντες, βγήκε απ' το χώμα δίπλα της και τράβηξε την αλυσίδα που ένωνε τη ρώγα του δεξιού της βυζιού με το αριστερό της ρουθούνι και ήταν φτιαγμένη για να πολλαπλασιάζει την ηδονή μέσω του πόνου, σκίζοντας της τη ρώγα στα δυο, όπως και το ρουθούνι της. Η γκόμενα σηκώθηκε ουρλιάζοντας και το πρώτο αίμα της ταινίας χύθηκε, προς τέρψιν του φιλοθεάμονος κοινού του κινηματογράφου.


Με τη δίψα μου για αίμα, διαμελισμούς γυμνών γυναικών, κανιβαλισμό και καλό, αγνό, παλιομοδίτικο τρόμο, σηκώθηκα μουδιασμένος απ' τη θέση μου. Το τριμμένο, βυσσινί, βελούδινο κάθισμα ήταν ιδρωμένο, όπως και το μπλουτζήν μου, όπως και το βρακί μου κι ο κώλος μου παραμέσα. "Παραείμαι τριχωτός γαμώ τον γκαντεμόκωλο μου γαμώ" μουρμούρισα και τράβηξα το ιδρωμένο βρακί μου έξω απ' τον κώλο μου... "γι' αυτό δε με γουστάρουν τα γκομενάκια". Βγήκα έξω απ' το σινεμά και έριξα μια ματιά στο φεγγάρι. Ήταν μια τεράστια πορτοκαλί πανσέληνος, όμοια με την πανσέληνο που τρέφει τη διψά των τεράτων του σινεμά για ανθρώπινο αίμα. Επίσης κι ο κώλος της ξανθιάς, με τις ωραίες μπούκλες μπροστά μου, είναι όμοιος με τον κώλο που τρέφει τη δίψα του τέρατός μου για σεξ με τη χούφτα μου το βράδυ. Πάλι μ' αυτό το μαλάκα τον ξανθό είναι όμως. Γιατί θεέ μου να μην είμαι στη θέση του... γιατί να μην είμαι εγώ πίσω απ' το τιμόνι της μπε εμ βε, να τρίβω το υγρό μουνάκι της ξανθιάς δίπλα μου. Κι αυτή να κλείνει τα μάτια και να μουρμουρίζει τ' όνομά μου... "Αρτέμιεεεε... Αρτέμιεεεε ααααχχ αχ"... γαμώ το, μου σηκώνεται και μόνο που σκέφτομαι τα δάχτυλά μου μουσκεμένα απ' τα χύσια της... γιατί να έχω σπυριά και λιγδωμένα μαλλιά... γιατί να μην έχω γαλάζια μάτια... γιατί να μην είμαι εγώ ψηλός... γιατί να είμαι τόσο τριχωτός σαν αρκούδα, γιατί να μην έχω φράγκα ούτε για φραπέ στην καντίνα... γιατί, γιατί...???

Ένα βράδυ μου είχε μιλήσει όμως... στη γειτονιά... πήγα να πάρω τσιγάρα για τον πατέρα μου απ' το περίπτερο και ήταν κι αυτή εκεί. Ήθελε να πάρει τηλέφωνο στο γκόμενο ή σε καμιά φίλη της, δεν κατάλαβα καλά και μου είπε κάτι... δε θυμάμαι τι μου' χε πει, αλλά η φωνή της ήταν σαν μουσική αγγέλων, τα μαλλιά της ήταν χρυσά κάτω απ' το χλωμό φως του φεγγαριού και τα μάτια της ήταν μυστηριώδη πίσω απ' τα μαύρα γυαλιά. Πουτανάκι είναι... πουτανάκι... και αυτό το πουτανάκι το γουστάρω μέχρι θανάτου και μ' αγνοεί...

Μόνος με τις σκέψεις μου και τα χέρια στις τσέπες του μαύρου δερμάτινου μπουφάν με τα φερμουάρ, έφτασα στα νεκροταφεία.

Το φεγγάρι φώτιζε το δρόμο μου και μεγάλωνε τις σκιές στην άσφαλτο και στον τεράστιο μαντρότοιχο των νεκροταφείων. Πεθαίνεις και σε μαντρώνουν για τα καλά εκεί μέσα σκέφτηκα κι έστριψα τη γωνία σύρριζα στον τοίχο. Σε λίγο θα περνούσα μπροστά απ' την καγκελόπορτα με τα λουκέτα. Ήμουν συνηθισμένος να περνάω από κει έξω, δε φοβόμουν... μια ζωή... 18 χρόνια... γεννήθηκα και ζούσα κοντά στα νεκροταφεία. Δεν υπάρχουν τέρατα έλεγε ο πατέρας μου. Οι άνθρωποι είναι τέρατα έλεγε πάντα... αυτούς να φοβάσαι. Ίσως επειδή πάντα ακολουθούσα τις συμβουλές του, ίσως αυτός να ήταν ο λόγος που δεν είχα ποτέ φίλους. Πάντα γύριζα μόνος μου σαν το αγρίμι. Κάτι θα ήξερε ο μπαμπάς... οι άνθρωποι τον είχαν πληγώσει παλιά έλεγε. Μόνο τη μάνα μου κι εμένα εμπιστευόταν έλεγε.

Όταν γινόταν κηδείες περνούσαν μπροστά απ ' το σπίτι μου. Περάσανε και αρκετοί γνωστοί μου και γνωστοί των γονιών μου, αλλά κανένας συγγενής. Όλη η υπόλοιπη οικογένεια ζούσε στο χωριό... στα χίλια διακόσια μέτρα υψόμετρο... μόνο ο πατέρας μου κατέβηκε εδώ κάτω με τη μάνα μου και μ' εμένα μωρό μέσα σε ένα καλάθι. Για να βρει δουλειά... και κατάφερε να χτίσει αυτό το σπίτι κοντά στα νεκροταφεία και να γκρεμίσει ότι τον συνέδεε με το χωριό και το παρελθόν του εκεί πέρα. Που μάλλον δεν ήταν και πολύ ευχάριστο να το θυμάται, γιατί δε μιλούσε σε κανέναν για τ' αδέρφια του και τη μάνα και τον πατέρα του, ούτε για θείους, θείες και ξαδέρφια. Μάλλον είχε να κάνει με τη μάνα μου, που δεν την ήθελε κανένας απ' το σόι, αλλά αυτός την αγάπησε και μια ωραία νύχτα έκαναν εμένα. Με πήραν κι έφυγαν απ' το κωλοχώρι κι ήρθαν εδώ για να ξεφύγουν απ' τα σόγια. Οι γονείς της μάνας μου είχαν πεθάνει με τον καημό... δεν είδαν το εγγόνι τους ποτέ.

Πάντα κοίταζα μέσα απ' τη σιδεριά καθώς περνούσα. Κοίταξα και είδα σκιές... δυο σκιές κουλουριασμένες πάνω σ' ένα τάφο. Τριβόταν πάνω στο κρύο μάρμαρο σα φίδια και βογκούσαν σαν ετοιμόγεννες αγελάδες. Μμμμμμμμμμ μμμμμμμααχ μμμμμμ... ... Προσπάθησα να διακρίνω ποιοι ήταν στο φως του φεγγαριού. Αυτά τα ποδιά, αυτά τα παπούτσια, που κλωτσούσαν τον αέρα τα ήξερα. Αυτό το παντελόνι ήταν της ξανθούλας μου.

Πόσο ακόμα θα με πληγώσεις παλιοπουτάνα... θύμωσα και τα ρουθούνια μου άνοιξαν διάπλατα. Τα μάτια μου έγιναν σαν δυο κομμάτια πυρωμένα κάρβουνα. Τ' αυτιά μου μεγάλωσαν και έγιναν μυτερά. Οι κυνόδοντες μου αποκαλύφθηκαν και άστραψαν στο φεγγαρόφως. Η γλώσσα μου πλατάγισε στα υγρά μου χείλια. Τα νύχια μου σκλήρυναν και μεγάλωσαν. Μεγάλες, σκληρές τρίχες κάλυψαν το στιλπνό μου δέρμα... η μάλλον τομάρι. Τα ρούχα μου σκίστηκαν καθώς το σώμα μου τριπλασιάστηκε σε μέγεθος και τα κουρέλια σκόρπισαν γύρω μου. Η ουρά μου κουνιόταν όλο μανία κι ένα γρύλισμα ανέβηκε από βαθιά. Ώσπου να βγει έξω, έγινε ένα απαίσιο ουρλιαχτό μίσους και εφηβικής οργής. Εκδίκηση - ήταν η μόνη σκέψη μου καθώς ούρλιαξα κοιτάζοντας το φεγγάρι, μια στιγμή μόνο, πριν διαταράξω οριστικά την κοινή ησυχία της αχυρένιας γειτονιάς των νεκρών, με την επίθεσή μου στην βαριά σιδεριά, που έσκασε πάνω στο τσιμέντο, με εκκωφαντικό θόρυβο, υποχωρώντας κάτω απ' το βάρος και τη δύναμη του τεράστιου κορμιού και του μένους μου. Στάθηκα για ένα δευτερόλεπτο πάνω στην πεσμένη πόρτα, να απολαύσω προκαταβολικά τον θρίαμβο της πρωτόγονης δύναμης πάνω στην αδύναμη, εκφυλισμένη απ' τον πολιτισμό ανθρώπινη φύση, όπως αυτός θα αποτυπώνονταν στις χεσμένες φάτσες και τα μουδιασμένα και μαλακά κορμιά των υποψήφιων νεκρών.



Το ζευγαρι γυρισε και με κυτταξε ξαφνιασμένο... αλλά όχι τρομαγμένο. Θα νομίζουν κι αυτοί ότι δεν υπάρχουν τέρατα, σκέφτηκα καθώς έτρεχα προς τα πάνω τους. Πλησιάζοντας όμως, είδα τα μάτια τους. Τα κίτρινα μάτια τους και τους προεξέχοντες, μεγάλους, ματωμένους κυνόδοντές τους. Σταμάτησα πέντε έξι μέτρα μακριά τους και κοιταζόμασταν όλο μίσος και έκπληξη. ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΤΕΡΑΤΑ ... ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΤΕΡΑΤΑ? και τι διάλο είναι αυτά που βλέπω τότε? Η καλή μου κι ο δικός της, ήταν δυο κωλοβρυκόλακες του κερατά που ρουφούσε ο ένας το αίμα του άλλου και σε λίγο σίγουρα δε θα υπήρχαν... θα φρόντιζα εγώ προσωπικά γι' αυτό. Οι εποχές που αυτά τα απεχθή πλάσματα της νύχτας μας το έπαιζαν αφεντικά και γενικοί κουμανταδόροι ήταν πολύ πίσω. Δεν ήμασταν πια "τα υπάκουα σκυλιά τους".

"Tι θες σκύλε?" μου φώναξε τ' αρσενικό και πετάχτηκε όρθιο. Το μίσος μου φούντωσε τόσο, που δεν κρατήθηκα άλλο, όρμηξα πάνω του και τον έκοψα στα δύο με μια μόνο κίνηση. Δεν πρόλαβε να κουνηθεί. Τα νύχια μου χώρισαν το κεφάλι απ' το σώμα του και η ενέργεια του ξέφυγε στο σύμπαν σε μια φωτεινή δέσμη. Ό,τι έμεινε απ' αυτόν ήταν μια δύσοσμη σταχτή. Ashes to ashes dust to dust, αναπαύσου στην κόλαση κωλόφλωρε, σκέφτηκα. Το θηλυκό έκανε πίσω φοβισμένο και έπιασε θέση, έτοιμο να μου χιμήξει, πάνω σ' έναν ψηλό τάφο μ' ένα άγγελο-άγαλμα από πάνω της. Συσπειρωμένη, έβγαζε απειλητικούς ήχους σα γάτα που αντιμετωπίζει έναν κατά πολύ μεγαλύτερο αντίπαλο και θέλει να τον φοβίσει με σφυρίγματα. χσσσσσσσσ χσσσσσσσσσ!!! Ήμουν έτοιμος να ορμήξω, αλλά καθυστερούσα γιατί θαύμαζα την σιλουέτα της, που ήταν ελαστική και έμοιαζε τόσο σφιχτή κάτω απ' τα στενά της ρούχα. Θυμήθηκα την κωλάρα της και στεναχωρήθηκα που έπρεπε να την καθαρίσω. Τέτοιος κώλος είναι για πάρτυ και όχι για καυγά... τουλάχιστον όχι πριν τον γαμήσεις. Η γαμημένη λυκίσια ψωλή μου αποκαλύφθηκε, σκληρή και κατακόκκινη. Όπως ήμουν σούζα στα δυο πόδια ξεπρόβαλλε τεράστια ανάμεσα απ' τα σκέλια μου.

Η βρυκολακίνα σταμάτησε τους απειλητικούς θορύβους και ξερογλείφτηκε.

"Πάντα ήθελα να το κάνω μ' ένα μεγάλο σκύλο" είπε. Γρύλισα απειλητικά και άλλαξε το τροπάριο... "μ' ένα μεγάλο, δυνατό, κακό λύκο εννοούσα". Η καύλα με είχε τρελάνει. Η ψωλάρα μου πονούσε απ' το πρήξιμο και ήμουν σίγουρος, ότι αν της την κάρφωνα στο κωλαράκι της δε θα ξεκολλούσαμε εύκολα. Σαν τα σκυλιά, κολλημένοι στο δρόμο θα καταλήγαμε, αλλά άξιζε ο κόπος για ένα τέτοιο μωρό. Κολλημένος μαζί της μέχρι θανάτου... μέχρι να βγει ο ήλιος και να μας κάψει και τους δυο... να μας στείλει στην κόλαση μια ώρα 'ρχίτερα. Αξίζει ο κόπος σκέφτηκα και όρμηξα πάνω της. Οι γλώσσες μας ενώθηκαν σ' ένα παθιασμένο ταγκό όλο έρωτα και θάνατο.

Την έριξα πάνω στο κρύο μάρμαρο και τριβόμουν πάνω της. Τον έτριβα στο πόδι της σαν καλό σκυλάκι. Τη γύρισα στα τέσσερα και της το κάρφωσα στο μουνάκι της αλλά με παρακάλεσε να την γαμήσω στον κώλο και μάλιστα μου τον τούρλωσε και τον κουνούσε, τρελή από χαρά και ανυπομονησία. Δε μπορούσα να σκέφτομαι και να βλέπω άλλο. Έκλεισα τα μάτια και χίμηξα σαν Αττίλας στο κωλαράκι των ονείρων μου. Κουνήθηκα δυνατά καμιά δεκαριά φορές, το σώμα μου τεντώθηκε σαν τόξο και την έλιωσα με τη δύναμη μου. Ουρλιάζαμε κι αυτή κι εγώ τώρα. Έχυσα μέσα της και της πλημμύρησα τα σκέλια με καυτά υγρά. Ο άγγελος από πάνω κοιτούσε και η νεκρή από κάτω μας φαντάζομαι ότι θα' ταν έτοιμη ν' ανέβει κι αυτή για λίγο πανηγύρι. Ξέπνοος, ξάπλωσα δίπλα στην ξανθούλα μου και πήρα σιγά την ανθρώπινη μορφή μου. Ήμουν ολόγυμνος. "Τελικά δεν κολλήσαμε" της είπα... Μ' αγκάλιασε και ανέβηκε πάνω μου.

"Σαν άνθρωπος δε λες και πολλά" μου είπε, "και κάτι μου θυμίζεις". "Ναι δε λέω και πολλά... είμαι παλιοχαρακτήρας" προσπάθησα ν' αστειευτώ. Έσκυψε να με φιλήσει και μουρμούρισε "δε με νοιάζει", πριν με δαγκώσει στο λαιμό και μου κόψει την καρωτίδα. Ο πίδακας του καυτού μου αίματος, έβαφε τώρα το μάρμαρο κόκκινο. Καθώς το φως του φεγγαριού έσβηνε απ' τα μάτια μου, πρόλαβα να τη δω να γλείφει το αίμα μου απ' τα χείλια της, να μορφάζει αηδιασμένη, να φτύνει πάνω μου το περίσσιο αίμα, ν' αλλάζει σε νυχτερίδα και να πετάει μακριά και τον άγγελο να με κοιτάζει μ' ένα χαμογελάκι του στυλ "ας πρόσεχες αμαρτωλέ". Βρωμοβρυκόλακα, δεν έπρεπε να σ' εμπιστευθώ, σκέφτηκα και θυμήθηκα ότι τα βαμπίρ δεν έχουν φύλο. Τι περίμενες μαλάκα από ένα πλάσμα χωρίς φύλο... παλιοπουστάρες του κερατά, σκεφτόμουνα καθώς μ' εγκατέλειπαν κι οι υπόλοιπες αισθήσεις μου. Απ' το κελάρι του σπιτιού μου σχεδόν άκουγα τη φωνή του πατέρα μου , που αυτή την ωρα θα πρέπει να έγδερνε τη νόστιμη γειτόνισσα , που είχε κρεμασμενη απ’ το πρωι στο τσιγγέλι , "δεν υπάρχουν τέρατα αγόρι μου", "οι άνθρωποι είναι τα τέρατα", "γι αυτό και τους σκοτώνω, γι αυτό και γιατί έχουν νόστιμο συκώτι... θες μια βουκιά Αρτέμιε ?". Φορουσε τις μαυρες λαστιχενιες του μποτες και μου χαμογελουσε προτεινοντας μου το συκωτι , που εσταζε αιμα στο μωσαϊκο . Και μετά σκοτάδι για πάντα... δεν ξαναείδα άγγελο από πάνω μου ποτέ.

Thursday, December 13, 2007

DRAGSTRIP QUEEN

OUT NOW

ΒΘΥ ΒΘΥ ΒΘΥ ΒΘΥ μοτηερφθψκερζ

Monday, November 12, 2007

Δ Δ ΔΑΙΜΟΝΕΣ απ' το Δ Δ ΔΙΑΣΤΗΜΑ

Δ Δ ΔΑΙΜΟΝΕΣ απ' το Δ Δ ΔΙΑΣΤΗΜΑ

Η ξανθιά γιατρός σταύρωσε τις καλοσχηματισμένες γάμπες της δίπλα στο κεφάλι μου και δήλωσε:

"Πρέπει να αντιμετωπίσεις τους φόβους σου, να νικήσεις τους δαίμονες που σε βασανίζουν, να δεις το πρόσωπό τους, να τους κοιτάξεις στα μάτια, να απελευθερωθείς."

Θολούρα …"ψηλοτάκουνες γόβες …πολύ πουτανίστικες γκαύλα μου" .

Συνήλθα εντελώς.

Ήμουν ξαπλωμένος στο ίδιο κρεβάτι κάθε Πέμπτη στις εφτά το βράδυ τις τελευταίες πέντε εβδομάδες. Η ψυχολόγος μου ήταν μια σεξουάλα, βυζαρού, πρασινομάτα με κατάλευκο δέρμα και ο λόγος των επισκέψεών μου ,ειδικά σ' αυτή, είχε να κάνει κατά ένα μέρος με την ιατρική της ιδιότητα και κατά ένα άλλο με τη φήμη, ότι είχε γαμήσει κάνα δυο ασθενείς της πάνω στο ίδιο μαύρο δερμάτινο ανάκλιντρο που ξάπλωνα για να της διηγηθώ τις φοβίες μου και να θεραπευτώ από αυτές. Είχα την εντύπωση , πως η θεραπεία μου από τον τραυλισμό και τους απαίσιους εφιάλτες που με κυνηγάνε από παιδί, θα ήταν , μια και δεν πίστευα ότι είχα και τίποτα σοβαρότερο απ' ότι όλοι οι γνωστοί μου, ένα γερό χύσιμο μέσα στο σφιχτό κορμί της γιατρού, παρά οτιδήποτε άλλο. Άλλωστε είναι γνωστό, ότι ένα γερό γαμήσι με μια τριαντάρα κούκλα θεραπεύει πάσα νόσο και πάσα μαλακία. Η μήπως είναι, ότι μια γερή δόση μαλακίας θεραπεύει πάσα νόσο μιας τριαντάρας κούκλας... η μήπως είναι, ότι μια γερή μαλακία θεραπεύει έναν τριαντάρη απ' τις φαντασιώσεις για ένα γερό γαμήσι με μια σφιχτοκώλα ψυχολόγο.... όπως και να χει το πράγμα, δεν πολυπίστευα ότι είχα ανάγκη από ψυχανάλυση, αλλά από γκόμενα και μάλλον έπρεπε να σταματήσω να βλέπω τσόντες με νοσοκόμες και γιατρίνες.

Ήταν λοιπόν η πέμπτη επίσκεψή μου στην κυρία Ανίτα. Σύμφωνα με την άποψή της, αυτή η επίσκεψη μου θα ήταν πολύ σημαντική, γιατί θα της διηγούμουνα τα σχετικά με κάτι εφιάλτες, που έβλεπα τα τελευταία είκοσι χρόνια. Είχαν αρχίσει αμέσως μετά το αυτοκινητιστικό δυστύχημα απ' το οποίο είχα σωθεί, όταν ήμουν δώδεκα, μαζί με τον ξάδερφό μου τον Νίκο και στο οποίο είχαν χάσει τη ζωή τους η μάνα του η θεία Τζούλια , ο πατέρας του ο θείος μου ο Ντίνος και ο μεγαλύτερος αδερφός του Νίκου , ο συνομήλικος μου ο Ζήνων. Αυτό έκανε τον Νίκο μοναδικό κληρονόμο μιας τεράστιας περιουσίας, που περιλάμβανε ναυτιλιακές επιχειρήσεις, σπίτια σ' όλον τον κόσμο και καταθέσεις δισεκατομμυρίων σε ελβετικές τράπεζες. Ο πατέρας μου ανέλαβε με χαρά , παρά το βαρύ πένθος ,την κηδεμονία του μικρού ανιψιού του κι εγώ έπαιξα το ρόλο του μεγάλου αδερφού του μέχρι να ενηλικιωθεί...μετά ο Νίκος ανέλαβε την κηδεμονία όλων μας και ιδιαίτερα τη δική μου καθώς ήταν φανερό από νωρίς , ότι όλη μου τη ζωή θα ήμουν το αργό άλογο της οικογένειας (για να μην πω γαϊδούρι....και μη με κοροϊδεύετε γιατί ξέρετε ότι τα γαϊδούρια φημίζονται και για κάτι άλλο εκτός από την ταπεινότητα και το πείσμα τους και έχω αρκετό και από αυτό) .

Εκεί στην Ελβετία που σπούδαζε (ενώ εγώ έτρωγα ελάχιστα απ’ τα λεφτά του σε αλκοόλ και γυναίκες βρισκόμενος σε μόνιμες διακοπές , ανίκανος για οτιδήποτε έχει σχέση με δουλειά ή σπουδές σε πλήρη αντίθεση με το Νίκο που ήταν πάντα μεγαλοφυΐα), είχε γνωριστεί και με την κα Ανίτα. Καθώς μου είπε, σπούδαζαν στο ίδιο κολέγιο και υπήρξε κάποτε γκόμενά του. Τυχερός πάντα ο ξάδερφος με τις γυναίκες και γενικά , κωλόφαρδος μια ζωή ...αν εξαιρέσουμε το ατύχημα βέβαια . Αυτός μου την είχε συστήσει για την θεραπεία, αφού του είχα εξομολογηθεί μέρος απ' τους εφιάλτες μου. Ισχυριζόταν ότι τον είχε θεραπεύσει από παρόμοια συμπτώματα στο παρελθόν και ότι έκανε φανταστικά τσιμπούκια. Βέβαια αυτό το τελευταίο, πρέπει να το είπε γνωρίζοντας ότι δεν υπήρχε περίπτωση να πάω σε τρελογιατρό χωρίς έξτρα κίνητρο. Πόσο καλά με ήξερε ο μπαγάσας! Αυτό που μάλλον αγνοούσε, ήταν ότι ο καλός επαγγελματίας δεν συνάπτει ποτέ ερωτική σχέση με τον πελάτη. Είναι σ' όλες τις ταινίες με ψυχιάτρους αυτό.

Πάντως το γεγονός ότι ήμουν ξαπλωμένος στο ανάκλιντρο και είχα ελαφρές σηκωμάρες, αποδείκνυε ότι η κακή επαγγελματική φήμη της ξανθιάς με τις υπέροχες μπούκλες, που μου έδειχνε τις ποδάρες της σε γκρο πλαν κάθε Πέμπτη βράδυ τον τελευταίο ενάμιση μήνα, ενώ εγώ ήθελα να ζουμάρω στο άσπρο της κιλοτάκι, μέχρι η μύτη μου να το χαϊδέψει , δε με πολυπείραζε. Αυτό που με πείραζε, ήταν ότι οι συνεδρίες τελείωναν και δεν την είχα καταφέρει ακόμα. Το κωλόπαιδο ο Νίκος, επέμενε ότι η γιατρός ,δόκτωρ της ψυχολογίας του πανεπιστημίου του Μισκατόνικ παρακαλώ, θα μου την έπεφτε απρόκλητα και αποφασιστικά από μέρα σε μέρα. Εγώ δε βιαζόμουν, γιατί ο καλός μου ξαδερφούλης είχε αναλάβει και τα έξοδα της όλης φάσης. Και που στα σκατά είναι το Μισκατόνικ , έχω γυρίσει όλα τα χιονοδρομικά της Ελβετίας κι έχω φάει τόσες Ελβετικές τρύπες (όχι μόνο τυριού) ,αλλά δεν άκουσα ποτέ τίποτα γι αυτό ....anyway ποιος νοιάζεται τώρα πια .....η σχολή που μ’ ενδιέφερε πάντα περισσότερο , μοσχοβολούσε λίγα εκατοστά μακριά απ’ τη μύτη μου , ανάμεσα στους λευκούς μηρούς της , λίγο πιο πίσω απ’ τις όμορφες γάμπες της .

"ΚΑΙ ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ ΣΑΣ ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΝΑ ΚΟΙΤΑΖΕΤΕ ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΜΟΥ", μου φώναξε, "θα στραβολαιμιάσετε".

Αφού σας ενδιαφέρει τόσο πολύ η υγεία του λαιμού μου γιατρέ, φέρτε την καρέκλα σας λίγο πιο μπροστά, για να μη χρειάζεται να γέρνω προς τα πίσω και φέρτε και κάνα μπουκαλάκι απ το καλό, για να ρίξω λίγο μέσα στο λαρύγγι μου να ζεσταθεί και πιείτε και σεις λίγο για να χαλαρώσετε και να το ευχαριστηθείτε, σκέφτηκα.

"Σ Σ Συγνώμη γ γ γιατρέ, π παρασύρθηκα", είπα.

"Δε νομίζω να σας έδωσα δικαίωμα για κάτι τέτοιο", είπε αυστηρά.

Παλιοπουτάνα, θα τον σκίσω το Νικολάκη αν δε μου κάτσεις και σήμερα ξανασκέφτηκα.

"Λοιπόν, είστε έτοιμος να αρχίσετε?".

Αν με ρωτούσε "είστε έτοιμος να χύσετε" θα απαντούσα σίγουρα ναι.

"Ν Ν Ναι, είμαι ε ε έτοιμος", είπα… να χύσω , σκέφτηκα .

Μου ένευσε ν' αρχίσω (δυστυχώς όχι να χύσω) και πάτησε το κουμπί του ψηφιακού δημοσιογραφικού μαγνητοφώνου της.

Προσπάθησα να ελέγξω τη γκαύλα και ν' αρχίσω την πάρλα. Σκέφτηκα λίγο, έκλεισα τα μάτια και...

" Ει ει είναι σκοτάδδδι και είμαι π π πολύ π π πιτσιρικάς, γύρω στα δ δ δύο τ τ τρία χρονών, α α α ρκουδίζω...".

"Μα νομίζω ότι μου είπατε ότι οι εφιάλτες άρχισαν στα δώδεκά σας μετά το ατύχημα", διαμαρτυρήθηκε.

"Σ ΣΣτο όνειρο είμαι δ δύο-τριών γιατρέ, σας παρακαλώ, π προσπαθώ πολύ εδώ πέρα, μη με διακόπτετε”, είπα με ύφος για να πάρω ρεβάνς. ”Α Αρκουδίζω λοιπόν μέσα σ' ένα σκοτεινό δωμάτιο και χτυπάω το κεφάλι μου σε γωνίες και πονάω και κλαίω, φωνάζω τη μαμά μου, αλλά δε μ' ακούει κανείς. Το σκοτάδι είναι π πηχτό σαν κόλαση και φ φ φοβάμαι ότι κάπου θα πιάσω κάτι τ τριχωτό σα ζώο, η γλοιώδες σαν ερπετό και ότι από κάπου θ' ακούσω ένα φριχτό σύρσιμο, η μια καυτή βρωμερή αναπνοή θα φτάσει στ' αυτιά μου, αλλά ποτέ δε φτάνει και τα χτυπήματά μου στις γ γωνίες γ γίνονται όλο και πιο αγωνιώδη και επ επώδυνα. Κ Κρυώνω π πολύ και ζη η τάω βοήθεια, που κάπως βαθιά μέσα μου το ξέρω ότι δ δεν υπάρχει ελπίδα να έρθει και γι αυτό κλαίω γοερά, με αναφιλητά και ξυπνάω κα κάθιδρος και λ λαχανιασμένος και πα αα ννικόβλητος."

"Αυτό είναι όλο;", με ρώτησε σχεδόν απογοητευμένη η γιατρίνα.

"Εεεεεε, το π π πρώτο...", διαμαρτυρήθηκα.

"Συνεχίστε σας παρακαλώ", με διέταξε.

"Είμαι σ' ένα φ φλεγόμενο ξύλινο φ φρούριο από μ μ μυτερούς κορμούς δέντρων, που πολιορκείται από μια φυλή αιμοδιψών, τερατόμορφων ερυθρόδερμων, που είναι βαμμένοι με ε αίμα και κάρβουνο κι έχουν λιμαρισμένα δόντια. Θέλω να πάω να β βοηθήσω μία όμορφη κοπέλα απέναντί μου, αλλά α τ τα πόδια μου είναι καρφωμένα στο έδαφος και κάθε σκέψη για οποιαδήποτε κ κίνηση με β βασανίζει ακόμα περισσότερο και το αίμα στις φλέβες μου παγώνει από τρόμο και β βεβαιότητα ότι θ θα πεθάνω πριν κκαλά καλά κινηθώ. Ξαφνικά το φ φρούριο χ χάνεται και είμαι κκρυμμένος πίσω απ’ την ε εμπριμέ, αδιαφανή κουρτίνα του παιδικού μου δ δωματίου, όπως αυτό ήταν δ διακοσμημένο στα δ δέκα με δ δώδεκά μου χρόνια. Θέλω ν' ανοίξω την μπαλκονόπορτα, πρέπει ν' ανοίξω την μπαλκονόπορτα, δε μπορώ να κάνω αλλιώς. Ξέρω όμως ότι ένας α ασχημομούρης ιι νδιάνος περιμένει να βγάλω το ο κεφάλι μου έξω και να κοιτάξω, για να κατεβάσει το τσεκούρι του, που στάζει ε ε αίμα και να με α αποκεφαλίσει και να μου φάει τα ση η ηκώτια. Είμαι τόσο σίγουρος ότι θα πεθάνω και τόσο α απρόθυμος, που κλαίω μ μέσα στον ύπνο μ μου, αλλά ποτέ δεν ανοίγω την πόρτα, ούτε τολμάω να ξυπνήσω από μ μ μόνος μου, μ μήπως και όλα αυτά συμβαίνουν στην π πραγματικότητα και χ χάσω στ' αλήθεια το κεφάλι και το σηκώτι μου και το κλάμα μου συνεχίζεται για ώρες μέχρι το πρωί, ή μέχρι να με ξυπνήσει η μάνα μου, ή κάποια άλλη που κοιμάται μαζί μου, για να μ μ μ με σώσει απ' το μ μαρτύριο του θανάτου και απ' την αφύσικη ακινησία που με ε εξουθενώνει σ σωματικά και πνευματικά".

"Χμμμμμμ, τα πηγαίνετε καλύτερα τώρα.... αλλά ο ξάδερφός σας μου μίλησε για κάτι το οποίο έχει σχέση με το ατύχημα που είχατε όταν ήσασταν παιδιά. Θέλετε να περάσουμε σ' αυτό?", μου γλυκομίλησε.

"Ξ Ξ Ξέρετε, αισθάνομαι π π πολύ α α α άσχημα όταν μ μιλάω γι αυτό", είπα.

Ξεσταύρωσε τα πόδια της, πλησίασε πιο κοντά μου και μου χάιδεψε τα μαλλιά. Τα βυζιά της απειλούσαν να πεταχτούν έξω απ’ το σουτιέν από στιγμή σε στιγμή ...να μια απειλή που δεν πρέπει να φοβάται κανένας σκέφτηκα...Το άρωμα της με ζάλισε.

Σιχαίνομαι να μου χαϊδεύουν το κεφάλι σα να είμαι παιδάκι αλλά φαντάστηκα ότι ίσως πλησίαζε η ώρα της δικαίωσης μια και είχε γίνει επιτέλους πιο τρυφερή μαζί μου .

"Ελάτε τώρα... μπορείτε νομίζω να το κάνετε αυτό για μένα... και για σας φυσικά", είπε με τόση γλυκύτητα και αφήνοντας τόσα υπονοούμενα ώστε να αγνοήσω την ενόχληση, που μου προκάλεσε το χάδι της στο κεφάλι, καθώς πρέπει να φορούσε και κάποιο δαχτυλίδι με πέτρα σε μέγεθος κεφαλής βλήματος των 9mm, γυρισμένο από μέσα. Ίσως για να μην εκτίθεται στα λαίμαργα μάτια και να μην προκαλεί, όπως συνήθιζε να μου λέει κι ο Νίκος.

Εμένα πάντως ο πλούτος της με προκαλούσε και με διέγειρε ακόμα περισσότερο και ο πόθος μου γι αυτήν φούντωσε τόσο , ώστε αποφάσισα να ανοιχτώ και να της πω πράγματα που δεν είχα πει σε κανέναν, μπας και τελικά γαμήσω. Τι στο διάολο, στο τέλος μπορεί να μου έκανε και καλό αυτή η φάση ...όλοι έχουμε τη δόση μας έτσι κι αλλιώς .

Άντρας είμαι, υπέκυψα στα κάλη της προδίδοντας κάθε αρχή μου. Ξέρετε «ΜΗΝ ΕΜΠΙΣΤΕΥΕΥΣΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΘΕΣ ΝΑ ΓΑΜΗΣΕΙΣ» και τέτοια ...της τα είπα λοιπόν όλα .

"Είμαι στο πίσω κ κάθισμα του αυτοκινήτου, μια π παλιά, άνετη, λ λ λευκή μ μερσεντές με μ μπεζ δερμάτινα καθίσματα και παίζουμε με τον Ζήνωνα και τον Νίκο. Εγώ κι ο Ζήνων είμαστε σχεδόν δώδεκα χρονών και ο Νίκος, ο μικρός της παρέας ,δυο χρόνων μωρό ,πραγματικό διαβολάκι όμως, μας κάνει να γελάμε με τα καμώματά του. Είναι βράδυ και έξω ψιλοχιονίζει... όλα γυρω μας είναι άσπρα, μ μαγευτικά, ακίνητα και ο δρόμος ψιλογλιστράει. Ανεβαίνουμε σ' ένα β βουνό και η μ μερσεντές είναι φ φορτωμένη με σκι και μπότες και βαλίτσες γεμάτες ζεστά ρούχα. Φ Φοράμε ο όλοι μάλλινα πουλόβερ, είναι παραμονές Χριστουγέννων και πάμε στο σαλέ του θείου Σπύρου στην Κορτίνα ντ' Αμπέτσο.. Το ράδιο παίζει κάτι στα ιταλικά...ο θείος τραγουδάει V V Volare, oh oh,
c cantare, oh oh oh oh.
Nel blu dipinto di b b blu,
f f felice di stare lassu`. , π πόσο το μισώ αυτό το τραγούδι !

Και γελάει ...γελάει δυνατά ...έχει ρουφήξει α αρκετές τζούρες κονιάκ απ’ το φ φφλασκί του...ο δρόμος είναι όλο στροο φφές... είμαστε πάνω σε μια κατηφορική δεξιά φ φουρκέτα της διαδρομής, είμαστε όλοι εεφ φτυχισμένοι και ο θείοs γέρνει δίπλα, να δώσει ένα πεταχτό, παιχνιδιάρικο φ φφιλί στη θεία Τζούλια , που διαμαρτύρεται και του λέει να φορέσει κι αυτός τη ζώνη του και να προσέχει. Εμείς από πίσω σταματάμε μόνο μια στιγμή τα παιχνίδια, μ μαγεμένοι απ' το θαύμα του φ φφιλιού, που πρόκειται να δούμε , αλλά ο θείος μου ποτέ δεν το κάνει.... έχει το ένα του μάτι στο δρόμο, όπως και η θεία μου και μεις από πίσω διακρίνουμε απ' το μισοθολωμένο παρμπρίζ, μια σκοτεινή, σκυφτή φιγούρα στη μ μέση του δρόμου, αμέσως μετά το τέλος της φ φουρκέτας... η θεία ουρλιάζει, ο θείος φ φρενάρει και το αυτοκίνητο γλιστράει αθόρυβα προς το απροσδόκητο εμπόδιο, ανήμπορο να νικήσει την ταχύτητα, την ολισθηρότητα του χιονισμένου δρόμου και την βαρύτητα. Τελευταία στιγμή πριν πέσουμε πάνω της, η η η φ φ φιγούρα σηκώνεται, πιο σκοτεινή κι απ' το σκοτάδι, πιο μ μαύρη και πιο απειλητική απ' τη νύχτα, πιο μ μεγάλη κι απ τον τρόμο που μας κυριεύει και μας κάνει να ουρλιάζουμε όλοι μ μαζί. Παρ’ όλο που χτυπάμε πάνω της με τόση δ δ δύναμη, που το αυτοκίνητο α α ακινητοποιείται δεν ακούγεται κανένας θόρυβος από τη σύγκρουση κ και είναι τόσο συμπαγής αυτή η ασχήμια, τόσο δ δυνατή η κακία της, που δ δεν μετακινείται ούτε χιλιοστό καθώς ακούγεται μόνο η λλλαμαρίνα που τσαλακώνεται με τη συνοδεία απαίσιων ήχων . Από κει και πέρα υπάρχει μ μ μόνο πόνος."

"Αυτό είναι λοιπόν? Χτυπήσατε πάνω σε κάποιο μεγάλο ζώο?", συμπέρανε η γιατρός.

"Δε δεν τελείωσα γιατρέ και δ δεν είναι τόσο απλά τα π πράγματα ξέρετε... αυτά που θα σας πω από δω και π πέρα δεν τα έχω πει σε κανέναν γιατί φοβάμαι ότι θα με πάρουν για τρελό ή δεν ξέρω γω τι άλλο... τουλάχιστον μμ μυθο μμανή!".

"Απ' όσο ξέρω εγώ μέσω του ξαδέρφου σας, σας βρήκανε τους δυο σας την άλλη μέρα το πρωί μισοπεθαμένους, είκοσι μέτρα μακριά απ' το καμένο αυτοκίνητο, θαμμένους μέσα στο χιόνι και το αίμα, λίγο πριν περάσετε οριστικά το κατώφλι του θανάτου. Τον κρατούσες σφιχτά αγκαλιά και αυτό τον έσωσε.

Μου είπε μάλιστα ότι γι αυτό σου οφείλει παντοτινή ευγνωμοσύνη . Η εκδοχή της αστυνομίας είναι ότι χτυπήσατε σε κάποιο δέντρο αφού βγήκατε απ' το δρόμο. Η σύγκρουση προκάλεσε τη φωτιά και σεις γλιτώσατε, γιατί πεταχτήκατε έξω απ' τ' αυτοκίνητο από μια ευτυχή σύμπτωση. Φαίνεται μάλιστα ότι βλέποντας ότι θα χτυπούσατε τον άρπαξες στην αγκαλιά σου . Βέβαια οι άλλοι τρεις επιβάτες κάηκαν σε σημείο που να μην είναι καν εφικτή η νεκροψία", δήλωσε μελοδραματικά η κυρά-γιατρίνα.

"Έτσι λένε όλοι γιατί δδεν άκουσαν α αυτά που θ' ακούσεις εσύ τώρα κούκλα μου", την προετοίμασα για τη συνέχεια. Δε φάνηκε να την πειράζει καθόλου το “κούκλα μου”. Αν δεν την έριχνα και μ’ αυτό που θα της έλεγα, δε θα έπεφτε με τίποτα.

"Μετά τη σύγκρουση ποονούσα και β βογκούσα, αλλά είχα τις αισθήσεις μου μέχρι εένα σημείο. Η φωτιά δεν προκλήθηκε απ' τη σύγκρουση, α αλλά την άναψε το πλάσμα. Το φριχτό πλάσμα που προκάλεσε και το ατύχημα. Και δεν ήταν ζώο κυρία μου, όχι. Ήταν το τίποτα , ήταν μόνο σκοτάδι, όπως σου είπα... μμ μια μ μαύρη σκιά που άνοιξε τις πόρτες του αυτοκινήτου , έσκυψε μέσα και χάραξε το λαιμό του αναίσθητου θείου μου και της θείας μου, την ώρα που αυτή γεμάτη εε αίματα εε εκλιπαρούσε για τη ζωή των παιδιών της και τη δικιά μου. Με σαδιστικές, αργές κίνησεις έδειχνε να απολαμβάνει κάθε ατέλειωτο δευτερόλεπτο.....και ήταν σαν να μας κοίταζε . Το κρύο που νοιώθαμε απ’ το , ααας το πούμε β βλέμμα του, μια και στην ουσία ήταν μόνο το βαθύτερο σκοτάδι, δεν θέλω να το νοιώσω ποτέ πια . Ήταν ένα κρύο φερμένο από κάποιο άλλο κόσμο που σε πάγωνε πρώτα από μέσα . Μπροστά του ο χιονιάς ήταν ένα καλοκαιρινό, δροσερό αεράκι . Α αφού τελείωσε, ήρθε στα πίσω καθίσματα και χάραξε πρώτα το λαιμό του Ζζηήνωνα. Το αίμα του τινάχτηκε σαν σιντριβάνι πάνω μου. Τον χάραζε και με κοίταζε. Με κοίταζε και ε ένοιωθα κάθε σπίθα θέλησης για ζωή να μ’ εε εγκαταλείπει . Το μόνο που ήθελα ήταν να πεθάνω και να γίνω δικός του μια ώρα αρχύτερα. Το φτωχό παιδί ήταν ήδη αναίσθητο και δεν κατάλαβε τίποτα. Μετά χάραξε το Νίκο. Στο λαιμό… α αργά αργά και το αίμα του τινάχτηκε μ’ ένα ζωηρόχρωμο, κόκκινο πίδακα πλημμυρίζοντας το πίσω κάθισμα , εμένα και τον ήδη νεκρό συνομήλικο ξάδερφο μου. Δεν ακούστηκε σχεδόν τίποτα ... είχε χάσει κι αυτός τις αισθήσεις του πολύ νωρίτερα. Μετά το πλάσμα ββ ου ούτηξε το δάχτυλό του, το οποίο έλαμπε με χρώματα που ευτυχώς δεν ξαναείδα ποτέ από τότε, σε τίποτα πάνω στη γη, μμ εέσα στο τραύμα του λαιμού του Νίκου και έφερε το δάχτυλό του προς τα κει που θα έπρεπε να ήταν το στόμα του, αν είχε πάνω του ίχνη ανθρώπινης φύσης. Όλα αυτά σιωπηλά, χωρίς ν' ακουστεί ο παραμικρός ήχος απ' αυτό το τέρας, εκτός από το αίμα που αάφριζε. Μόνο ανεξίτηλες ,εκκωφαντικές ροζ φφ υυσαλίδες έσκαγαν στ΄αυτιά και στα παιδικά μου μάτια….ζζζωηρό, κόκκινο αίμα έτρεχε σε πορφυρά ρυάκια πάνω στα μπεζ καθίσματα, στραγγίζοντας από τους συγγενείς μου κάθε ίχνος ζωής . Μια λάμψη με εναλλασόμενα χρώματα, φερμένα έξω απ’ αυτόν τον κόσμο, έκανε το δάχτυλο να ξεχωρίζει απ' το σκοτεινό σώμα του πλάσματος, κι ένα μεγάλο πετράδι δδεε μένο σ' ένα δδ ααχτυλίδι ακτινοβολούσε παγωνιά και θάνατο . Μετά θα πρέπει να μας έσυρε έξω και να έκαψε ότι είχε μείνει από το αυτοκίνητο και τους νεκρούς . Το χιόνι που έπεφτε θα κάλυψε τα υπόλοιπα ίχνη. Πάντως δεν πεταχτήκαμε από καμιά καλή τύχη έξω και πως θα γινόταν αυτό χωρίς να χτυπήσουμε αφού έκανε πολύ κρύο και είχαμε όλα τα παράθυρα κλειστά και μάλιστα εγώ φορούσα ζώνη ασφαλείας".

Μόλις τέλειωσα την τελευταία μου φράση, η όμορφη γιατρός έσκυψε προς το μέρος μου για να ξαναχαϊδέψει τα μαλλιά μου. Αντανακλαστικά τράβηξα το κεφάλι μου μακριά απ’ το χέρι της. Αυτή τη φορά ένοιωσα μια ανατριχίλα να ξεκινάει από τα βάθη της ψυχής μου. Γύρισα τα μάτια μου και είδα το κάτω μέρος των λεπτών, αριστοκρατικών δαχτύλων της με τα μεγάλα γυαλιστερά και… ω θεέ μου…!!! κοφτερά νύχια και την τεράστια πέτρα του δαχτυλιδιού της . Η φρίκη των χρωμάτων που αντίκρισα, μ’ έκανε να χλομιάσω και να χάσω για μια στιγμή τη μιλιά μου.

Είδα την έκφραση της κας Ανίτας και την περίεργη λάμψη των ματιών της. Μου φάνηκε ότι άλλαξαν χρώμα και είδα μέσα τους αντανακλάσεις των ίδιων απόκοσμων χρωμάτων, που είχα πρωτοδεί πριν είκοσι χρόνια . ”Δ δ δαίμονες απ’ το δ δ δ διάστημα “ τραύλισα ψιθυριστά και αμέσως μετά σε μια σπάνια για μένα στιγμή διαύγειας, προσπάθησα να την παραπλανήσω.

"Φ Φ Φ Φυσικά γ γιατρέ, όλα α α α αυτά γ γίνονται στον εφ φιάλτη μου και δεν πρέπει να δίνουμε και π πολλή σημασία στις χαζομ μάρες που βλέπουμε στα ο όνειρα, ε ε έτσι?", είπα δήθεν ήρεμος, προσπαθώντας να κρύψω τον πανικό μου απ' την γιατρίνα καθώς τα μάζευα για να φύγω βιαστικός, ενώ ταυτόχρονα έψαχνα να ξαναδώ την πέτρα του δαχτυλιδιού της, την οποία τόσο επιμελώς έκρυβε, για να σιγουρευτώ .

"ΜΑ ΠΟΥ ΠΗΓΑΙΝΕΤΕ? ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΣΑΜΕ ΓΥΡΙΣΤΕ ΠΙΣΩ, Ο ΝΙΚΟΣ ΕΙΝΑΙ ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ ΕΝΑ ΑΣΧΗΜΟ ΟΝΕΙΡΟ, ΓΥΡΙΣΤΕ ΠΙΣΩ ΣΑΣ ΠΑΡΑΚΑΛΩ", φώναζε έξαλλη πίσω μου η κα Ανίτα, το παλιομπάσταρδο, αηδιαστικό, δολοφονικό, εξωγήινο σκατόπραμα, που με στοίχειωνε τόσα χρόνια .

Έτρεξα έξω με όλη τη δύναμη των φτερούγων, με τις οποίες προίκισε τα πόδια μου ο υπερφυσικός φόβος. Πέταξα μέχρι το γραφείο του Νίκου, πέρασα εύκολα την φρουρά της εισόδου γιατί με γνώριζαν όλοι σαν τον αγαπημένο, τραυλό , τρελούτσικο ξάδερφο και δεν περίμενα ούτε καν να με αναγγείλει η γραμματέας του, που φώναζε "ΠΟΥ ΠΑΤΕ ΚΥΡΙΕ ΛΕΥΤΕΡΗ ...ΚΑΝΕΝΑΣ ΔΕ ΒΛΕΠΕΙ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟ ΧΩΡΙΣ ΡΑΝΤΕΒΟΥ". Οι φωνές της προκάλεσαν την παρέμβαση του αγαπημένου μου εξαδέρφου, ο οποίος με παρακάλεσε να ηρεμήσω και να περάσω στο γραφείο του. Του διηγήθηκα την ιστορία μου για την εξωγήινη σκύλα, που είχε σκοτώσει τους γονείς και τον αδερφό του και που τώρα ήθελε να σκοτώσει και μένα και ίσως και κείνον, έναν αρχηγό κράτους, τον μελλοντικό ηγέτη της ενωμένης Ευρώπης, κατά γενική ομολογία. Το καμάρι της πατρίδας, το νέο αίμα της πολιτικής, το άφθαρτο, κοφτερό μυαλό που θα έλυνε όλα τα προβλήματα όλου του κόσμου .

Προσπάθησε να με καλμάρει, λέγοντας μου ότι ήξερε την Ανίτα πολλά χρόνια και ότι ήταν μια αξιολάτρευτη κυρία και... και.... και ότι τον είχε ενημερώσει για την ανάρμοστη συμπεριφορά μου και ότι ήμουν υπερβολικός όπως πάντα και ότι μ' αγαπούσε και με συντηρούσε τόσα χρόνια, αλλά εγώ πάντα πρόδιδα την εμπιστοσύνη του....

Τον άκουγα και δε μπορούσα να πιστέψω τ' αυτιά μου. Του ζήτησα να μου δείξει τα χέρια του... τις παλάμες του από μέσα. Να δω την πέτρα αυτού του μεγάλου δαχτυλιδιού που είχε κι αυτός μόνιμα γυρισμένη προς τα μέσα, για να την προστατέψει απ' τα λαίμαργα βλέμματα, όπως μου έλεγε. Ο Νίκος σήκωσε το τηλέφωνο καθώς παραληρούσα και φώναξε την ασφάλεια και μου χαμογελούσε μ' αυτό το ψεύτικο φωτογενές χαμόγελο, που έκανε εμένα και όλο τον κόσμο να τον πιστεύει.... να πιστεύει όλα τα ψέματα, που του αράδιαζε τόσα χρόνια τώρα... τα ψέματα που τον έφεραν εδώ που είναι .... και τα μάτια του.... τα σπινθηροβόλα, γοητευτικά μάτια του ηγέτη ιριδίζανε και άλλαζαν αυτά τα απερίγραπτα χρώματα , φερμένα κατευθείαν από κάποιον άλλο, μακρινό κόσμο. Πρόλαβα να ορμήξω πάνω του με τη δύναμη που δίνει η οργή και η απελπισία στους προδομένους ανθρώπους και να βάλω και τα δυο μου χέρια στο λαιμό του . Μέσα σε απόλυτη σιωπή, τον έσφιγγα τόσο δυνατά στο καρύδι που δεν μπορούσε να βγάλει άχνα . Είχε αρχίσει να γίνεται μωβ και η γλώσσα του έχασκε έξω από το στόμα , όταν ακούστηκαν φωνές και τρεχαλητά απ’ έξω . Οι άντρες της ασφάλειας μπούκαραν μέσα στο γραφείο και με τράβηξαν από πάνω του για να με ακινητοποιήσουν αμέσως μετά . Τον είδα να κρατάει το λαιμό του με τα δυο του χέρια προσπαθώντας να αναπνεύσει . Βογκούσε κι έβηχε . Τον έφτυσα . Κάποιος με χτύπησε στο κεφάλι κι έχασα τις αισθήσεις μου .

Συνήλθα εντελώς .

Ανοιγοκλείνω τα βλέφαρα μου , ξεθολώνω και βλέπω καθαρά . Απόλυτη σιωπή.

“Τώρα μιλάνε τα μάτια μωρό μου”. Οι ψηλοτάκουνες γόβες χτυπάνε ρυθμικά στα λευκά αστραφτερά πλακάκια και στέκονται δίπλα μου. Κοιτάω ψηλά. Θεέ μου σώσε με…. οι βυζάρες της θα χυθούν πάνω μου , θα με πνίξουν. Τα φως παίζει περίεργα παιχνίδια στα μάτια της . Κρύο φως. Είναι καλοκαίρι αλλά τρέμω . Η τρεμούλα ξεκίνησε κάπου από τον βαθύτερο εαυτό μου και ανεβαίνει . Φόβος .

Η μεγάλη σύριγγα χαμογελάει μοχθηρά και σηκώνεται ψηλά. Αρχίζω να χτυπιέμαι και να στριφογυρνάω σα φίδι για να ξεφύγω απ’ τα λουριά που με κρατάνε ξαπλωμένο. Θέλω να τρέξω μακριά, αλλά βαθιά μέσα μου γνωρίζω ότι αυτό είναι αδύνατο. Θα πεθάνω; Γλυκιά

μανούλα ξύπνα με. Σώσε με απ’ αυτούς . Η απόλυτη σιωπή και το κρύο με καταπίνουν . Απελπισία .

Απελπισμένος ξεσπάω σε ικεσίες και βρισιές γνωρίζοντας πόσο μάταιες είναι.

“Πιάστε αυτόν Γιατρέ... αφήστε εμένα και πιάστε αυτή την κωλοεξωγήινη ρουφήχτρα που θέλει να κυβερνήσει τον κόσμο... αλήθεια σας λέω Γιατρέ, πιάστε αυτό το σκατόπραμα, που πήρε τη θέση του Νίκου... πάρτε την αστυνομία να το μαγκώσει... το μόνο που έχετε να κάνετε είναι να ζητήσετε να σας δείξει τα χέρια του... ...όχι δε θέλω ένεση... όχι σε μένα Γιατρέ, σ' αυτούς να την κάνετε μπας και ψοφήσουν.... “

“Ηρέμισε, σε λίγο όλα θα γίνουν όμορφα όπως πριν” …”δεν τραυλίζεις πια ! είδες ;”

Η σύριγγα είναι ψηλά. Την πιέζει λίγο να βγει ο αέρας από μέσα, κι ένας μικρός πίδακας βγαίνει ορμητικά απ' τη βελόνα και με βρέχει. Σηκώνει το μανίκι, της πυτζάμας με τις άσπρες και μπλε ρίγες που φοράω και νοιώθω το τσίμπημα της λεπτής βελόνας. Το ελαιώδες φάρμακο χύνεται βίαια και επώδυνα στο αίμα μου. Επιτίθεται σε όλες μου τις αισθήσεις. Ροζ φυσαλίδες σκάνε στ'αυτιά και τα μάτια μου. Πριν ξαναθολώσει εντελώς το κεφάλι μου.... στην τελευταία αναλαμπή της λογικής, το βλέμμα μου δραπετεύει στο γραφείο της κας Ανίτας. Χαλαρώνω στο μαύρο δερμάτινο ανάκλιντρο και βλέπω τις λευκές γάμπες της να ξανασταυρώνονται λίγα εκατοστά πίσω μου... Χαμογελάω ευχαριστημένος και ο γαϊδουρινός φιλαράκος μου μέσα στην άσπρη σκελέα κουνιέται ζωντανός , κάνοντας με να ξεχάσω το τραύλισμα , τη δυστυχία μου και τους σφετεριστές της παγκόσμιας εξουσίας …όπως έκανε πάντα. Ίσως για πάντα αυτή τη φορά.

ΥΓ. πρέπει να ευχαριστήσω τον κύριο lovecraft, σε ιστορία του οποίου υπάρχει αναφορά στο παραπάνω ανοσιούργημά μου.

Thursday, May 24, 2007

ΠΡΟΣΔΟΚΩ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΝΕΚΡΩΝ (ή the dead shall inherit the earth)

Και 'γω ,
καρτερικά σηκώνω το σταυρό μου ...

φριχτός o θάνατος κάθεν ημέρα

...προσδοκώντας ανάσταση νεκρών ,
να τον ξεφορτωθώ ,
να ζήσω τη ζωή του μέλλοντος αιώνος ,
όπως αξίζει στους ανθρώπους .

Monday, March 26, 2007

ΝΕΚΡΟΛΑΓΝΕΙΑ

Ημιδιάφανη , φορεμένη κατάσαρκα....

βλέμματα 'φήνει λαίμαργα
να σμίξουν με τ' αυτάρεσκα ,
για να χαρούν συντροφικές ,
ανομολόγητες ,κρυφές χαρές,
ως πρόσφατα απαγορευμένες,
του σκοτεινού ανακαινισμένου σφρίγους
που τώρα πια σαν σώμα διαγράφεται ,
μία σκιά κάτω από τις πτυχώσεις της ,


....η επίφαση της φωτεινότητας ,
πολύτιμο των λίγων πρόσχημα
αγαπητό των σιχαμάτων όχημα ,
καίγεται απ' το πάθος
των νεκρών κορμιών μας .